Του Βενετσάνου Γιώργου

Ανάμεσα στα έργα του είναι και το «Το τραγούδι του έρωτα». 12 Πρόκειται για ένα έργο με σχεδόν όλα τα χαρακτηριστικά του καλλιτέχνη μας. Αυτό το έργο όταν το είδε για πρώτη φορά ο Βέλγος ζωγράφος Rene Magrite (1898-1967) είπε ότι η εντύπωση που του άφησε ήταν ότι: «αντιπροσώπευε μια απόλυτη ρήξη με τις διανοητικές συνήθειες των καλλιτεχνών που είναι αιχμάλωτοι του ταλέντου τους, της δεξιοσύνης τους, και όλων των μικρών αισθητικών τους τεχνασμάτων, ήταν ένα όραμα»13 και πιθανών δεν έχει άδικο. Στατικότητα, τα πάντα είναι ακίνητα, η έρημη πόλη συμπληρώνει το σκηνικό, ενώ ακόμη και τα αρχιτεκτονικά στοιχεία δείχνουν ξένα και αποκομμένα.14 Είναι ένα έργο βγαλμένο από την δημιουργική φαντασία του καλλιτέχνη. Παρατηρούμε επίσης ότι μας δείχνει τον επηρεασμό του από την ελληνική αρχαιότητα, που πιστεύω ότι οφείλεται στο ισχυρό αίσθημα της συνεχούς παρουσίας αρχαίων θεοτήτων, μύθων και τοπίων της Ελλάδος που είχε ζήσει ως νέος. Στον πίνακα διακρίνεται από το αναρτημένο κλασικό κεφάλι στην αριστερή πλευρά του μεγάλου τοίχου, δίπλα του υπάρχει ένα γάντι, και στο μπροστινό σημείο του πινάκα μια πράσινη σφαίρα. Τα δυο τελευταία στοιχεία ανήκουν στο μεταφυσικό και το ανεξήγητο. Γενικά ο πίνακας μπορεί να χαρακτηριστεί ότι βγάζει αισθήματα
αποξένωσης, ονείρου, μοναξιάς. Πιθανόν αυτό είναι και το ζητούμενο από την πλευρά του καλλιτέχνη15 μια και αυτά είναι τα χαρακτηριστικά της μεταφυσικής ζωγραφικής.
Ο
Béla Viktor János Bartók είναι ένας από τους σημαντικότερους μουσικούς του 20ου
αιώνα και παθιασμένος με την εθνομουσικολογία, γεννήθηκε στις 25 Μαρτίου του
1881 και μεγάλωσε στην Αυστροουγγαρία η οποία διαιρέθηκε με την Συνθήκη του
Τριανόν αμέσως μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο τόπος που γεννήθηκε τώρα ανήκει
στη Ρουμανία. Μετά τον θάνατο του πατέρα του το 1888, μετακομίζουν στη
Bratislava της Σλοβακίας. Από μικρός έδειξε ότι διαθέτη μουσικό «αυτί», μια και είχε αναπτύξει την ικανότητα, να ξεχωρίζει τους διαφορετικούς ρυθμούς από τις μελωδίες που έπαιζε η μητέρα του στο πιάνο. Στη Bratislava μελέτησε πιάνο με κορυφαίους δασκάλους, και έμαθε μόνος του σύνθεση. Στα εννιά του έτη συνθέτη χορούς, και στην εφηβεία του γράφει μουσική δωματίου, στιλ Brahms. Το 1899 μπαίνει στη Μουσική Ακαδημία της Βουδαπέστης, όπου και άκουσε την εκτέλεση του Also Sprach Zarathustra του Richard Strauss, η οποία όπως είπε αργότερα: «ότι υπήρχε ένας τρόπος σύνθεσης ο οποίος έφερε τους σπόρους μιας νέας ζωής». Το 1903 συνδυάζει τον ενθουσιασμό που είχε για τον Strauss μαζι με το νεανικό ουγγρικό εθνικισμό του, και συνθέτει το πρώτο μεγάλο έργο του, το συμφωνικό ποίημα Kossuth, προς τιμήν του ήρωα της Ουγγρικής Επανάστασης του 1848, Lajos Kossuth. Το 1904 ακούει την Ουγγαρέζα υπηρέτρια Lidi Dósa, να τραγουδά ένα παραδοσιακό τραγούδι το «Piros alma», το οποίο τον γοητεύει και γίνεται ο καταλύτης για να απόκτησει το μεγάλο πάθος στη ζωής του σε σχέση με την παραδοσιακή μουσική, με αποτέλεσμα να αρχίσει να κράτα ηχογραφήσεις παραδοσιακών τραγουδιών της Ουγγαρίας.
1 . James T.
Soby, The Early Chirico, Ayer
Publishing, 1969
2. www. sansimera.gr/biographies
3. https://el.wikipedia.org
4. http://lyk-mous-laris.lar.sch.gr/arxeia/music/neoklasikismos.pdf.
5. http://www.mmb.org.gr
Η ζωγραφική στις αρχές του 20 αιώνα εξελίσσεται,
οι καλλιτέχνες αναζητούν νέους δρόμους έκφρασης, μερικοί μάλιστα από αυτούς
περνούν μέσα από το μεταφυσικό και το ανεξήγητο,
δημιουργώντας την μεταφυσική ζωγραφική, η οποία αν και είχε βραχύβια διάρκεια,
εντυπωσιάζει μέχρι σήμερα. Από την άλλη πλευρά της μουσικής, παρατηρούμε ότι οι
κοινωνίες μετά τον αναβρασμό και την καταστροφή του Α΄ παγκοσμίου, έχουν ανάγκη
τη μουσική που πάντα είναι ένας σίγουρος
τρόπος για να απομακρυνθεί η ψυχή των ανθρώπων από την οδύνη και την
ανασφάλεια. Έτσι στις καθιερωμένες φόρμες της εποχής του Μπαρόκ και του
κλασικισμού, προστίθενται και κάποιες νέες τονικές αρμονίες.
Τζόρτζιο ντε Κίρικο
Ο
Τζόρτζιο ντε Κίρικο ήταν Ιταλός ζωγράφος που γεννήθηκε στην Ελλάδα στην πόλη
του Βόλου το 1888 από γονείς Ιταλούς. Ο πατέρας του εργαζόταν ως μηχανικός στην
κατασκευή του θεσσαλικού σιδηροδρομικού δικτύου, ενώ η μητέρα του ήταν πρώην
τραγουδίστρια της όπερας. Ο ίδιος επέμενε στην ιταλική καταγωγή του, αν και ο
πατέρας του είχε γεννηθεί στην Κωνσταντινούπολη, η δε μητέρα του στη Σμύρνη, με
καταγωγή από ιταλικές, ελληνικές και τουρκικές ρίζες. Ενώ η εξαιρετική γνώση
από τον αδελφό του Αλμπέρτο της ελληνικής, ιταλικής, γαλλικής και γερμανικής
γλώσσας, τον βοήθησε να αποκτά καλές επαφές, όταν η οικογένεια του ξεκίνησε την
περιπατητική της ύπαρξη ανά την Ευρώπη το 1906. Όλα αυτά αν και μπορούν να
χαρακτηριστούν ως θετικά στοιχεία, γιατί εμπλούτιζαν τις εμπειρίες του, ο ίδιος
εκτιμούσε ότι ήταν ένας ξεριζωμένος που δεν ανήκει πουθενά.1 Πρώτος
δάσκαλος του ντε Κίρικο υπήρξε ένας Έλληνας ζωγράφος από την Τεργέστη, ονόματι
Μαυρουδής. Αργότερα το 1903-1905, φοιτά
στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών, με δασκάλους τους Κωνσταντίνο Βολονάκη Γιώργο
Ροϊλο και Γιώργο Ιακωβίδη.2 Το 1906 τον βρίσκει να σπουδάζει στο Μόναχο στη Βασιλική Ακαδημία Καλών Τεχνών. Το 1909 μετακινείται στο Μιλάνο και γνωρίζει το έργο του Φρήντριχ Νίτσε, το οποίο έχει καταλυτική επίδραση στην εξέλιξή του και διαμόρφωση της τεχνοτροπίας του. Σε ένα ταξίδι του στο Παρίσι (1911-1914) γνωρίζεται με τους Απολιναίρ και Πικάσο. Απέναντι στις καλλιτεχνικές πρωτοπορίες που εμφανίζονται στις αρχές του 20ού αιώνα και στις εικονοκλαστικές και στιλιστικές αναζητήσεις από τους καλλιτέχνες του Παρισιού, ο Τζόρτζιο Ντε Κίρικο παρουσιάζει και υπερασπίζεται μια ζωγραφική αναπαραστατική, σε μια προσπάθεια να αιχμαλωτίσει την αίσθηση του ανεξήγητου που μπορεί να μας συντρίψει, όταν συναντάμε κάτι απροσδόκητο και ταυτόχρονα αινιγματικό,3 Γίνεται έτσι ο κύριος εκπρόσωπος του καλλιτεχνικού ιδιώματος της Μεταφυσικής Ζωγραφικής (Pittura metafisica).4 Με τον όρο μεταφυσικό εννοούμε την αναπαράσταση μιας πραγματικότητας φαντασιακής, που αποτελεί πολλές φορές μια έντονη καταγγελία της απώλειας των βασικών νοημάτων της ανθρώπινης ύπαρξης και η οποία εμφανίστηκε στην Ιταλία γύρω στο 1910. Η διάρκεια ζωής αυτής της τεχνοτροπίας ήταν από το 1910 μέχρι και το 1920, ενώ τρία χρόνια αργότερα εγκαταλείφθηκε ακόμη και από τον εμπνευστή της 5 που επιστρέφει σε ένα είδος κλασικισμού, με επιρροές από τον Ραφαήλ, τον Ρούμπενς κ.ά. 6
Στο καλλιτεχνικό του ναδίρ φτάνει στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όντας στην Ιταλία, όπου ζωγράφισε πορτρέτα στελεχών του φασιστικού κόμματος, αλλά και αυτοπροσωπογραφίες στις οποίες εμφανίζεται ντυμένος με ιστορικές ενδυμασίες. Στα 80 του και κάτι, ο καλλιτέχνης ξανά επιστρέφει στις ρίζες του, με την «Νεομεταφυσική» φάση του (1968-74). Αναβιώνει παλιά του θέματα, και εφευρίσκει και κάποια νέα. Χωρίς να είναι αυτά του τα έργα ανήσυχα και ανησυχητικά, έχουν όμως την εκκεντρική γοητεία, ενός εικονογραφημένου βιβλίου για παράξενα παιδιά.7 Ο Τζιόρτζιο ντε Κίρικο ζωγράφισε το αόρατο, αυτό που δεν βλέπουν τα μάτια της κεφαλής, αλλά εκείνα της ψυχής. Αποτυπώνει λοιπόν στον μουσαμά, αλλόκοτα ψυχολογικά τοπία, φευγαλέες καταστάσεις του νου, την αιωνιότητα που μπορεί να κρύβει μια στιγμή. Η μεταφυσική φάση στη δημιουργία του ήταν σχετικά μικρή μια και σε μια σταδιοδρομία που κράτησε 70 χρόνια, αυτή διήρκεσε μόνο 9 χρόνια. Χάρι σε αυτήν όμως, ο Ντε Κίρικο κατέλαβε μια θέση στο πάνθεο των καλλιτεχνών του 20ού αιώνα.
Το ελληνικό περιβάλλον και ο πολιτισμός, μέσα στον οποίο
μεγάλωσε ο ντε Κίρικο, υπήρξε πηγή έμπνευσης για εκείνον. «…Πέρασε τα πρώτα
χρόνια της ζωής του στη γη του Κλασικισμού, έπαιξε στις ακτές που είδαν την
Αργώ να ξεκινάει το ταξίδι της, στους πρόποδες του βουνού που ήταν μάρτυρας στη
γέννηση του γοργοπόδαρου Αχιλλέα και στις σοφές νουθεσίες τού δασκάλου του, του
Κένταυρου», έγραφε σ' ένα αυτοβιογραφικό του κείμενο. Επηρεασμένος λοιπόν
από την κλασική αρχαιότητα, και από τη γερμανική φιλοσοφία του Σοπενχάουερ και του Νίτσε. Θεωρήθηκε ο μεγάλος πρόδρομος του σουρεαλισμού 8 και άσκησε επιρροή στα καλλιτεχνικά ρεύματα του 20ού αιώνα, όπως ο υπερρεαλισμός και η Νέα Αντικειμενικότητα (Neue Sachlichkeit).9 Τα έργα της μεταφυσικής ζωγραφικής έχουν αινιγματική ατμόσφαιρα, βρίσκονται στο άκρος αντίθετο του φουτουρισμού, που χαρακτηρίζεται από κίνηση και δυναμισμό, ενώ εδώ έχουμε στατικότητα και ακινησία. 10 Παρατηρούμε σε αυτά τα έργα Ανθρώπινες φιγούρες με ωοειδές κεφάλι χωρίς χαρακτηριστικά και σώμα, το οποίο πολλές φορές αρθρώνεται από μηχανικές κατασκευές. Άλλα και αρχιτεκτονικά σύνολα, νεκρές φύσεις τα οποία παρουσιάζονται μακριά από το οικείο τους περιβάλλον και δημιουργούν την πραγματικότητα της μεταφυσικής ζωγραφικής.11 Ο Nτε Κίρικο Παραδόθηκε ως καλλιτέχνης στην αποτύπωση της νεκρής φύσης, της τοπιογραφίας, καθώς και σε θέματα σχετικά με την αρχαιότητα και το χώρο της μεσογείου.
Béla Viktor János Bartók
Ο
Béla Viktor János Bartók είναι ένας από τους σημαντικότερους μουσικούς του 20ου
αιώνα και παθιασμένος με την εθνομουσικολογία, γεννήθηκε στις 25 Μαρτίου του
1881 και μεγάλωσε στην Αυστροουγγαρία η οποία διαιρέθηκε με την Συνθήκη του
Τριανόν αμέσως μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο τόπος που γεννήθηκε τώρα ανήκει
στη Ρουμανία. Μετά τον θάνατο του πατέρα του το 1888, μετακομίζουν στη
Bratislava της Σλοβακίας. Από μικρός έδειξε ότι διαθέτη μουσικό «αυτί», μια και είχε αναπτύξει την ικανότητα, να ξεχωρίζει τους διαφορετικούς ρυθμούς από τις μελωδίες που έπαιζε η μητέρα του στο πιάνο. Στη Bratislava μελέτησε πιάνο με κορυφαίους δασκάλους, και έμαθε μόνος του σύνθεση. Στα εννιά του έτη συνθέτη χορούς, και στην εφηβεία του γράφει μουσική δωματίου, στιλ Brahms. Το 1899 μπαίνει στη Μουσική Ακαδημία της Βουδαπέστης, όπου και άκουσε την εκτέλεση του Also Sprach Zarathustra του Richard Strauss, η οποία όπως είπε αργότερα: «ότι υπήρχε ένας τρόπος σύνθεσης ο οποίος έφερε τους σπόρους μιας νέας ζωής». Το 1903 συνδυάζει τον ενθουσιασμό που είχε για τον Strauss μαζι με το νεανικό ουγγρικό εθνικισμό του, και συνθέτει το πρώτο μεγάλο έργο του, το συμφωνικό ποίημα Kossuth, προς τιμήν του ήρωα της Ουγγρικής Επανάστασης του 1848, Lajos Kossuth. Το 1904 ακούει την Ουγγαρέζα υπηρέτρια Lidi Dósa, να τραγουδά ένα παραδοσιακό τραγούδι το «Piros alma», το οποίο τον γοητεύει και γίνεται ο καταλύτης για να απόκτησει το μεγάλο πάθος στη ζωής του σε σχέση με την παραδοσιακή μουσική, με αποτέλεσμα να αρχίσει να κράτα ηχογραφήσεις παραδοσιακών τραγουδιών της Ουγγαρίας.
Ο Bartok αφιέρωσε πολλά χρόνια της ζωή του για να την μελέτη και καταγραφή της μουσικής των λαών της βαλκανικής σε όσο το δυνατόν πιο «γνήσια μορφή». Μελέτησε τη σλοβάκικη, ρουμάνικη, σέρβικη, κροατική, βουλγαρική, τούρκικη, ακόμη και την νοτιοαφρικανική μουσική. Σε επίσκεψή του στην Αλγερία το 1906, οραματίστηκε το πώς θα έβαζε τάξη στους παραδοσιακούς σκοπούς του κόσμου. Από αυτό το σημείο και μετά, το βασικό ζητούμενο στη ζωή του γίνεται η συλλογή, η ανάλυση, καθώς και η κατηγοριοποίηση ενός μεγάλου μέρους της παγκόσμιας παραδοσιακής μουσικής. Στον Bartok το εξωτικό στοιχείο της μουσικής του συνδέεται με την ανακάλυψη αυτών των θησαυρών της φολκλορικής μουσικής των Βαλκανικών λαών. Μαζί με τον Kodaly ανακαλύπτει πως η μουσική των Βαλκανίων στη πραγματικότητα δεν είναι διατονική και δεν αντιστοιχεί στο καλώς συγκερασμένο μουσικό σύστημα. Επίσης ανακάλυψαν πως η μουσική των τσιγγάνων χρησιμοποιεί και την πεντατονική κλίμακα, ενώ κράτα επιρροές από την μουσική παράδοση της της Σιβηρίας και Κεντρικής Ασίας. Μαζί όμως με το ενδιαφέρον του για την παραδοσιακή μουσική καθαυτή, προσπαθεί να καταλάβει και τις κοινωνικές - πολιτισμικές διαδικασίες που οδήγησαν στην δημιουργία της. Όταν όμως έχεις στενόμυαλους ανθρώπους γύρω σου, έχεις και καταστάσεις απρόβλεπτες, έτσι το ενδιαφέρον του για την πολυεθνική μουσική παρεξηγείται και τού προκαλεί προβλήματα, ειδικά μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ενώ περιοχές στις οποίες είχε μεγαλώσει και εστιάσει τις μελέτες του, τώρα είναι απλησίαστες. Η εθνική απώλεια ήταν και μια προσωπική τραγωδία για Bartόk, τα κομμένα εδάφη, δεν είναι πλέον ανοιχτά για το Ούγγρο συλλέκτη λαϊκής μουσικής. Τα ωριμότερα έργα του βρίσκουν απέναντι τους την αντίσταση του ουγγρικού συντηρητικού κατεστημένου, που προτιμούσε καλύτερα έργα των Brahms και Liszt. Στην απόρριψη τους συνέβαλε και το γεγονός, ότι για τα λυρικά έργα του είχε συνεργαστεί με συγγραφείς που δεν είχαν την κυβερνητική εκτίμηση. Παρόλα αυτά όμως τα προβλήματα ήταν ήδη αναγνωρισμένος σε παγκόσμιο επίπεδο. Με τις δυο σονάτες για βιολί, το 1921 και 1922, καθώς και με την Χορευτική Σουίτα του για την 15η επέτειο της ενοποίησης της πόλης της Βουδαπέστης, έχει ήδη αναγνωριστεί ως ένας από τους σημαντικότερους μοντέρνους συνθέτες. Το 1926 συνθέτη μια σειρά σπουδαίων έργων για πιάνο, μεταξύ των οποίων και το πρώτο από τα τρία του κοντσέρτα για πιάνο. Το τρίτο και πέμπτο από τα κοντσέρτα για έγχορδα, του 1927-1928, με το πλέον αφηρημένο και συγκεντρωμένο ύφος του, συγκαταλέγονται μεταξύ των έργων του Bartók που οι κριτικοί μουσικής τα θεωρούν αριστουργήματα. Τη δεκαετία του 1930, γράφει αρκετά έργα που τα έχει παραγγελία από ξένες χώρες, αρνείται όμως να προσφέρει τις μουσικές του υπηρεσίες στην ναζιστική Γερμανία και στην φασιστική Ιταλία, ακόμη και στην ιδία την Ουγγαρία που ήταν κάτω από φασιστικό καθεστώς. Πριν το Β' μεγάλο πόλεμο, φεύγει για τις ΗΠΑ εκεί αποκτά πρόσβαση στα αρχεία της σερβοκροατικής παραδοσιακής μουσικής του Πανεπιστημίου Columbia στη Νέα Υόρκη.17
Μελετώντας σε βάθος και χρησιμοποιώντας μαζί με αυτές τις παραδοσιακές μουσικές και διάφορες μοντέρνες, αλλά και κλασικές μορφές επεξεργασίας του υλικού του, δημιούργησε τελικά μία μουσική με χαρακτηριστικό προφίλ και άκουσμα. Η
προσπάθεια να χρησιμοποιηθούν τα λαϊκά μοτίβα σε γνήσια μορφή δεν απαγόρευσε
την έντεχνη επεξεργασία των ρυθμικών στοιχείων - με τρόπο ίσως πιο σύνθετο από
αυτόν της δυτικής μουσικής και των
αρμονικών στοιχείων που φανερώνουν σημαντικό επηρεασμό από μεγάλη γκάμα δυτικών
συνθετών. 18 Ένα μεγάλο μέρος της μουσικής του είναι από τη φύση του «ετεροφωνικό»,
ταυτόχρονη εμφάνιση μίας μελωδίας σε πολλές παρόμοιες ή μη μορφές που
παρουσιάζουν παρόμοια ρυθμικά, αλλά και αρμονικά στοιχεία. Το στυλ
του Bartók έχει ωφεληθεί
αρκετά από καινοτομίες που έκαναν άλλοι σύνθετες, που αφομοιώθηκαν στη μουσική
του, χωρίς όμως αυτή να χάσει το παραδοσιακό πνεύμα που περιέχει. Το 1943 συνέθεσε το δημοφιλέστερο έργο του που είναι το Ορχηστρικό
Κονσέρτο, και την επόμενη χρονιά
συνθέτει μία σονάτα για σόλο βιολί για τον Yehudi Menuhin. Τα δυο τελευταία
σπουδαία έργα του, το τρίτο κονσέρτο για πιάνο το οποίο περιλαμβάνει
κελαηδήματα και φυσικούς ήχους, και το κονσέρτο για βιόλα, ολοκληρώθηκαν από
τον Ούγγρο συνεργάτη του Tibor Serly, μια και μεσολάβησε ο θάνατός του. 19 Γενικά
ο Bartók
στην φολκλορική μουσική ανακάλυψε το αιώνιο πρωτόγονο
αίσθημα, την ομορφιά των εξωτικών μελωδιών, την αίσθηση της ελευθερίας, τη
δύναμη του πρωτόγονου ρυθμού. Το κράμα της πεντατονικής, της μοντάλ και της
χρωματικής γραφής, αναδεικνύει το εύρος της ώριμης μεγαλοφυΐας του Μπάρτοκ,20 ο οποίος αγκάλιασε τις διαφορετικές τάσεις του καιρού
του, όπως την πολυτονικότητα και την ατονικότητα, τον εξπρεσιονισμό και τον
νεοκλασικισμό, την μηχανοποιημένη μουσική και τον λαϊκό χορό, επίσης το το
λυρικό με το δυναμικό στοιχείο. Ο
Bartók φθάνει από
το πρωτόγονο στο πνευματικό, από την προγραμματική μουσική στην αφηρημένη και
από τον εθνισμό (χαρακτηριστικό της εποχής που ξεπερνά), στον διεθνισμό.21 Ας μην ξεχνάμε ότι ως
λάτρης της έθνο ποικιλότητας της Αυστροουγγαρίας ονειρεύτηκε και θέλησε να
πιστέψει την ιδέα για «αδελφότητα των ανθρώπων, πέρα από όλους τους πολέμους
και τις διαμάχες».
Ο 20ός αιώνας υπήρξε η εποχή των μεγάλων ανατροπών, γιατί όχι και στην μουσική, η οποία εξελίσσεται και παίρνει μέσα της στοιχεία παραδοσιακά και όχι μόνο. Ο Béla Bartók, ο παθιασμένος με την εθνομουσικολογία συνθέτης την εμπλουτίζει με θέματα, ρυθμούς και τεχνοτροπίες, τόσο της ουγγρικής όσο και άλλων παραδοσιακών μουσικών του κόσμου τις οποίες μελέτησε, δημιουργώντας μουσική με μοναδικό ύφος και ενσωματώνοντας τις επιρροές συγχρόνων του συνθετών. Ενώ ο Τζόρτζο ντε Κίρικο φέρνει στην επιφάνεια μέσα από τα έργα του το υποσυνείδητο της ανθρώπινης σκέψης και μας χαρίζει την μεταφυσική ζωγραφική.
Bιβλιογραφικές πηγές
2.
Ε.Η. COMBRICH,
ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, μτφ. Λίνα
Κασδάγλη. Αθήνα 1998.
3.
Μελίτα Εμμανουήλ κ.α Η Ιστορία των Τεχνών στην Ευρώπη, Τόμος Β', 2η εκδ,
ΕΑΠ, Πάτρα 2008.
4. Elliot Antokoletz και Paolo Sussanni, Βέla Bartόk. Ένας οδηγός
Έρευνας και Ενημέρωσης, 3η έκδ,
Routledge, 2011
5.
Joseph
Machlis,
Kristine
Forney, Η
Απόλαυση της Μουσικής, μτφ. Δημήτρης Πυργιώτης. Εκδόσεις facotto books, Αθήνα
1996.
Ηλεκτρονικές πηγές
1. www.pi-schools.gr/lessons/aesthetics/eikastika 2. www. sansimera.gr/biographies
3. https://el.wikipedia.org
4. http://lyk-mous-laris.lar.sch.gr/arxeia/music/neoklasikismos.pdf.
5. http://www.mmb.org.gr
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου